Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τοῦ ῥήματος ποιέω - ποιῶ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τοῦ ῥήματος ποιέω - ποιῶ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2016

Aπόσπασμα από το χαμένο θεατρικό έργο…


Ο Μηχανάρης ...Ο Μηχανάρης (1908)
του Θρασύβουλα Ερμοπίδακα.

[…] [Σκηνή από το πέμπτο επεισόδιο, «Στο εστιατόριο»]
Εἰς τὸ δεύτερον τραπέζι.
ΑΝΗΡ. Καλὰ θα κάμεις νὰ τὸ φᾶς-τουλάχιστο γεύσου το. Ξέρεις, πρόκειται γιὰ πολὺ γερὸ... κρασάκι.
ΑΓΟΡΙ. Άπὸ ποῦ τὸ τσούφρωσαν ἄραγες;
ΑΝΤΡΑΣ. Καϋμένο φιλαράκι… Τἄρπάζουν ἀπὸ τοὺς μπακαφιάδες τοῦ δρόμου. Ἐκεὶ ὅπου μπορεὶ κανεὶς νἀρπάξει τὶς μεγάλες χαρὲς, νομίζω;
ΑΓΟΡΙ. Τὶ νὰ σοῦ πῶ;
ΑΝΗΡ. Ῥόφα λίγο! Πόσο σε ζηλεύω! Ἔλα, ῥόφα το! Ῥόοοφα!  Ῥόφα νὰοὗμ’!
                Τὸ ΑΓΟΡΙ τὸ ῥοφᾶ - ἀλλά εἶναι μάπα.
ΑΝΗΡ (γκλίτσικα).  Ο Φρίξος τἀπαὖτωνε τὸ πιοτὶ σοῦ… Συνέχεια μιλοῦσε γιαδαῦτο -θυμᾶσαι;  Ἤ μήπως τὸν ἀπαὖτωνες εσύ;
ΑΓΟΡΙ. Τὸν διάβαξα καλά!
ΑΝΗΡ. Ναὶ, ἀλλὰ τὸν ἀπαυτῶνεις;


Σε επόμενη ανάρτηση ακολουθεί η συναρπαστική συνέχεια αυτού του ανατρεπτικού θεατρικού έργου.
 

Δευτέρα 3 Αυγούστου 2015

Aπόσπασμα από το χαμένο μυθιστόρημα...

Ματωμένα Κουφέτα ...τα Ματωμένα Κουφέτα (1911)
του Λάμπρου Ουράδα.
 
Μετὰ ἀπὸ κάποιες ἡμέρες ἔπεσε σὲ μεγάλες ἀντιφάσεις, διότι δὲν μπορούσε εὔκολα νὰ ξεχάσει τὰ κακὰ τοῦ: ἀπὸ τὶς ἔντοκες ἐθρέφετο ὅλη μέρα ὁ Ματιάμπα, ὥσπου ὡς δανδὴς μὲ περισσότερες κουμπότρυπες ἀπό κουμπιά δὲν ἔβρισκε πιὰ κάποιο λόγο. Καὶ ὅταν ἔμεινε ἔγκυος ἐπειδὴ ἧτο ντοῦρο τὸ φιλαράκι, ἐκειδᾶ ἀνέτρεξε – στὴν ἵστορία τοῦ Τσάρου. Ἱδοῦ:
  Πιστεύεις ὅ,τι αὐτὸ εἶναι πολὺ καλὸ, ἐ; Ἔντοκες, ὄ’ι – κομμένες.

Καὶ σἀυτὰ τὰ ὄ’ια ἀνταπέδωσε:
 
Ἀρκετά, μικρὸ καὶ ἄσκημο! Ναί, δὲν ἔ’εις λόγο, καὶ πολλὰ λὲς ὥς ὁ ντιάμπολος. Δὲν μπορεὶς κύριε νὰ τὸν ματώσεις.
 
Καὶ δαὔτος, ὅπως τὰ ὄ’ια ἀπέκρουε, δὲν βάσταγε καθόλου.
Ἔγὼ τὸν ἔπλενα καὶ γιὰ τοὺς ἰκανοὺς καὶ γιὰ τοὺς καϋμένους Ματιάμπες, διᾶ νὰ μὴν χαθ τῷ Δανιῷ: ἐὰν ἐχάνετο, γιὰ τὶς χαμένές˙ ἄν ἧτο ὑδρόβιος, διὰ τὴν προβοκάτσια. Ἔγὼ πέρασα γιὰ τὰ σιτηρὰ  μοῦ καὶ ἔπεσα μὲ τὴν καρδιὰ στὰ πόδια, διότι σάν γκανὰς ντὲ βὲρλ ἧτο αὐτὴ ἡ πιὸ φλογισμένη καρδιὰ ἀπ’ ὅλες.
Καὶ το γνώριζα… ἧταν γραμμένο στὴν λίστα μου.
 

Κυριακή 31 Αυγούστου 2014

Fanfiction: To Ρετιρέ


Πρόσωπα: Κατερίνα, κυρία Σοφία, Ειρήνη
Τόπος: ενοικιαζόμενο δωμάτιο, Σπέτσες
Χρόνος: μεσημέρι Αυγούστου

ΕιρήνηΟρίστε μεσημέρι πήγε κι αντί ν’ αράζουμε σε καμιά πλαζ, είμαστε κλεισμένοι μέσα απ' το πρωί, να περιμένουμε την Ξινή!

Κυρία Σοφία: Εεε, μ’ αυτούς που μας καπέλωσε η θεία σου... Είπαμε κι εμείς ν’ αλλάξουμε λίγο παραστάσεις, Αυγουστιάτικα, και δε μας έφτανε ο φαρμακοτρίφτης, θα μας κουβαληθεί τώρα και η Ξινή (βλέποντας την Κατερίνα να την αγριοκοιτάζει) εεε...η Αμαλία εννοώ.

Κατερίνα: Ναι, κυρία Σοφία, αλλά χάρη σ’ αυτόν που λες φαρμακοτρίφτη βρήκαμε δωμάτια τέτοια εποχή και θα κάνετε εσύ κι η εγγονούλα σου τα μπάνια σας.

ΚΣ: Ε να που ΄χει και μια σωστή γνωριμία ο κυρ- Χρήστος.

Ε: Μμμ, να μας έλειπε! Αν μ’αφήνατε, θα σας έβρισκα εγώ... στη μισή τιμή και στα δέκα μέτρα από την πλαζ, όχι σ’αυτήν την κορακοφωλιά πολυτελείας που μας έφερε ο δικός σου επειδή του 'χε μια υποχρέωση ο ιδιοκτήτης και τρέχουμε με το λεωφορείο μισή ώρα για να βρέξουμε λίγο το δαχτυλάκι μας. Και σα να μη μας έφτανε αυτό, να τρώμε στη μάπα και τα κρέατα του παχύδερμου σε οοόλη τους τη μεγαλοπρέπεια...μην ξερααάσω!

(Η Κατερίνα κουνάει το κεφάλι της επικριτικά, αλλά κρατάει το ύψος της και παίρνει μια εφημερίδα για να διαβάσει. Σιωπή μιας στιγμής.)

ΚΣ: Βρε παιδιά, αυτά τα αμυγδαλωτά Σπετσών να ’ναι άραγε καλά;

Κ: Αν έχουν ροδόνερο μέσα, να μου λείπουν, μανούλα μου.

ΚΣ: Ούτε μένα μ’ αρέσει βρε Κατερίνα μου το ροδόνερο... Πώς θα μάθουμε εδώ που μας απέκλεισε το παχυδ...ε, ο φαρμακοτρίφτης θέλω να πω; Που ούτε το ’21 δεν είχαν ζήσει τέτοιο αποκλεισμό οι Σπέτσες.

Ε: Λοιπόν, δικές μου, σας έχω τη λύση έτοιμη! Κάτω στο λόμπι νοικιάζουν κομπιούτερ.

ΚΣ: Και πώς δηλαδή, τι σχέση έχουν οι αριθμομηχανές με τα αμυγδαλωτά;

Ε: Αχ βρε γιαγιά μου, αααάλλο το κομπιουτεράκι, κι ααάλλο το κομπιούτερ, ο υπολογιστής, δηλαδή. Με αυτά τα νέα υπερσύγχρονα μηχανήματα μπορείς να μάθεις τα πάντα, μπαίνοντας στο Διαδίκτυο. (Η Κατερίνα συνεχίζει να διαβάζει την εφημερίδα της και πότε πότε αγριοκοιτάζει την Ειρήνη.) Άκου, μπαίνεις εκεί λοιπόν, γράφεις με ένα πληκτρολόγιο «αμυγδαλωτά Σπετσών» και σου εμφανίζει στην οθόνη όλα τα συστατικά, έ-να- προς- έ-να!

Σ: Ακούς, Κατερίνα μου; Μπαίνεις σε αυτό το Δικτυωτό...

Ε: Σιγά μην μπαίνεις και σε κομπινεζόν! Διαδίκτυο, γιαγιά μου! Τι 'στε εσείς μωρέ, που η Μπουμπουλίνα ήξερε περισσότερα για τεχνολογία κι απ’ τις δυο σας μαζί! ΔΙΑ-ΔΙ-ΚΤΥ-Ο. Αγγλιστί... ‘Ιντερνετ!

(Η Κατερίνα αφήνει την εφημερίδα και σηκώνεται από την πολυθρόνα.)

Κ: Και... για πες μας, Ρηνούλα, πόσο κοστίζει αυτό το Διαδίκτυο;

Ε: Εεεε, ψίχουλα, τα πέντε λεπτά μόνο ένα χιλιάρικο. Έλα, δικιά μου, πέσε τώρα τρία χιλιάρικα να ψάξω τα αμυγδαλωτά.

Κ: Ναι, Ρηνούλα μου, όσο εσύ θα ψάχνεις τ’αμυγδαλωτά, όμως, εμένα θα φεύγουν απ’ την τσέπη μου τα χιλιάρικα! Αμύγδαλο και χιλιάρικο!!! Αμύγδαλο και χιλιάρικο!!!

Πέμπτη 6 Φεβρουαρίου 2014

Αρσενική Κατάληξη

Πρόκειται για σφάλμα και έντονη επιθυμία.
Η παράταξη ή η διάζευξη δεν κρίνεται σημαντική (απλά καθορίζει τον αριθμό).
Το ίδιο ισχύει και για την όποια νοηματική συνάρτηση.
Ποιος μπορεί – πραγματικά – να ορίσει το πόσο επιτηδευμένο
μπορεί να είναι το προϊόν της;
Μάλλον (εξ' αρχής) δεν προτιμώ την όποια μεταλλική ανάγλυφη πλάκα.
Σε ποιον αρέσουν τα στερεότυπα;
 
                                                                                         Ε.Χ.

Σάββατο 10 Αυγούστου 2013

19 Σκέψεις

 του Αδαμάντιου Μπρήτεν
(αφιερώνονται στον Βασίλη και την Ηρώ,
καθώς και στην κυρία που κάνει παρέα με την μοδίστρα...)
 
Ι.
Ομιλία στο τηλέφωνο - ακούω την μία πλευρά: «Έλα ρε, δεν θα πιστέψεις ποιον είδα στον δρόμο! Τον Στέφανο!»
 
II.
Καπέλο.
 
ΙΙΙ.
Για μία στιγμή, ήλθα αντιμέτωπος με την σχισμή, που με τα δυο σου χέρια αν επιχειρήσεις να ανοίξεις -τραβώντας προς δύο αντίθετες κατευθύνσεις-, σα να έσκιζες ή άνοιγες ένα χάρτινο παράθυρο, όλο το σύμπαν θα σε διασχίσει· σχίζοντας την. Βρισκόμουν στο αυτοκίνητο.
 
IV.
Υπογραφή συμβολαίου του τσίρκου. Μεγάλη προσοχή!
 
V.
Με το να μην έρχεται η μέρα, βρίσκεις τον δρόμο σου - ή έναν κάποιον δρόμο...
 
VI.
Μπανάνες. Ωραίο φρούτο, μα μου προκαλεί δυσκοιλιότητα...
 
VII.
Και το αλογοκούραδο ποίημα είναι - άλλου είδους βέβαια.
 
VIII.
Σφύριγμα πάνω σε μηχανή - τι ανόητο.
 
IX.
Πότε τελικά παίρνονται οι μεγάλες αποφάσεις; Πρωί ή νύκτα; Παρ' όλο που είναι μεγάλες τις ορίζει μία μικρότητα, μία φθήνια.
 
X.
Ανεμιστήρας. Προϊόν χρήσιμο - εκτός, βέβαια, αν σου χαρίσει ηλεκτροπληξία. Τότε, μάλλον αχρείαστο.
 
XI.
Εκλεκτό καθάρισμα, -δεν ξέρω τι σημαίνει- έτσι έλεγε εκείνη η νυχτικιά.
 
XII.
Παιχνίδια στο κινητό. Δάκτυλο σκαλίζον και πολύ σύντομα σκαλιζόμενο.
 
XIII.
Πεπιεσμένη σκέψη, μάλλον άτεχνη διατύπωση. Επανάληψη...
 
XIV.
Αγών για την αποφυγή της γρουσουζιάς - τί κακή συνήθεια;!
 
XV.
Σωλήνας; [...] (Λογοκρίθηκε το απόν)
 
XVI.
Ένα ρολόι που δείχνει την ώρα λανθασμένα έχει την ίδια χρηστικότητα με ένα χαλασμένο ρολόι. Εκτός, βέβαια, αν γνωρίζεις την διαφορά από το λάθος, αλλά και το μέρος στο οποίο βρίσκεσαι.
 
XVII.
[...] (Λογοκρίθηκε το απόν)
 
XVIII.
Η σκέψη δεν ενηλικιώνεται. Αυτό μάλλον κακό θα ήταν και θα οδηγούσε στο αντίθετό της.
 
XIX.
Δεν σκέφτομαι κάτι άλλο τώρα, [...] (Λογοκρίθηκε το απόν). Ας απολαύσω, λοιπόν, την ησυχία.
 

Σάββατο 20 Ιουλίου 2013

Ποιητικαὶ Σκέψεις Εὐχάρεως Χωρίστρου

Ξεκίνησα νὰ πλᾶθω τὰ γνωστὰ μῶβ κουλουράκια,
ἔχοντας στο μυαλὸ μοῦ τὶς χθεσινὲς  τετράγωνες πλάγιες σκέψεις. 
Οἱ σκέψεις τοῦ κουτιοῦ δέχθηκαν τὸ τηλεφώνημα – οἱ σκέψεις, ὄχι ἐγώ.
Ἑνὸς τηλεφώνου σκέψη, ἄσκοπη καὶ μαζεμένη.
Πῶς νὰ ἐπιχειρήσω τῶρα νὰ ἀγγίξω τὸν μίσχο τοῦ δένδρου τὰ μεσάνυκτα;
Νομίζω πῶς ἡ ἀπάντηση θὰ δοθεῖ
ἀπὸ τὸν δίσκο ἐκείνου τοῦ περιφερειακοῦ δρόμου
ποῦ μὲ πολλὴ φθήνια ἀπλώνεται…
 Ἐξογκωματική; Ἔξοχη; Ἤ μήπως ἄφθονη;
Ἡ ἐλικοειδὴς προσέγγιση.
Ἄγνωστο.
 
Τὰ κύματα θὰ χρωματίσουν ἐκείνη τὴν σάπια ἡμέρα.
Ἐκτός, βέβαια, ἄν ἡ χαρᾶ διασχίσει τὸν δρόμο˙
μαζὶ μὲ ἀρκοῦδες, σκιές, πρακτορεία, ἀνηφορικὰ δάπεδα
καὶ τὸ πολυπόθητο μπουρὶ τῆς σόμπας.
Κρίμα, πάντως!
Κρίμα ποῦ δὲ θὰ ἀντικρύσω τὸ πράσινο, τὸ χρυσὸ καὶ τὸ μπλέ!
Ὄχι τῆς φύσης, τὰ δικὰ σοῦ.
Ἐσὺ δὲν ἔχεις χρυσό –οὖτε καὶ τἄλλα- , ἀλλὰ δὲν ἔχει σημασία…
Ἀπὸ τὴν ἔλλειψη χρήματος διαμορφώνονται ἐσφαλμένες μᾶλλον αἰσθητικὲς ἐντυπώσεις. 
 Γιατὶ ἔπρεπε ἐσὺ νὰ κουβαλᾶς τὸ ἡμικύκλιο;
 Ἀνείπωτο εἶναι τὸ ἠδύποτο ποῦ ἤπιες;
 
Αὐτὴ ἡ κατσαρόλα ποτὲ δὲν θὰ καθαρίσει…
Ἀς μὴν τοποθετήσουμε τὸ μίξερ ἔτσι, ὅπως συνειθίζεται.
 Ἀς τὸ τοποθετήσουμε ἀνάποδα.
Ἄραγε εἶναι θέμα τοποθετήσεως ἤ λειτουργίας;
 Ἄς τὸ βάλουμε σὲ ἀντίστροφη λειτουργία.
Ὄλα ὀργανώνονται.
 
 Μία ἀράχνη τὶς ἀπόκριες.
Ἕνα κιβώτιο τὰ Χριστούγεννα.
Ἕνα σύννεφο τὸ καλοκαίρι.
Καὶ τὸ Πάσχα, τί;
 
Ἄν δὲν ζητήσεις συγγνώμην θὰ σὲ φάει τὸ λουλούδι
- ὅπως ἔφαγε καὶ τὴν ἀράχνη.
Δὲν μπορῶ νὰ κοιτάζω τὸν ὁρίζοντα.
Γιατὶ ἔπρεπε ἐσὺ νὰ κουβαλᾶς τὸ ἡμικύκλιο;
Γιατὶ τὸ ἡμικύκλιο κρεμάστηκε ἀπὸ πᾶνω σοῦ;
                                                       
 
                                                                                                                      Ε.Χ.